Μετάφραση του "entiteit" σε Ελληνικά
Το οντότητα είναι η μετάφραση του "entiteit" σε Ελληνικά.
entiteit
Dat wat wordt waargenomen of gekend is of betekend een duidelijk eigen betaan te hebben.
-
οντότητα
noun feminineπράγμα
4 Een entiteit met veel buitenlandse activiteiten kan blootgesteld zijn aan een aantal valutarisico's.
4 Μια οικονομική οντότητα με πολλές εκμεταλλεύσεις στο εξωτερικό μπορεί να εκτίθεται σε πολλούς συναλλαγματικούς κινδύνους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " entiteit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "entiteit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανθρωπογεωγραφική χωρική οντότητα
-
μυθική οντότητα
-
πρώην οντότητα
-
φανταστική οντότητα
-
οντότητα συγχρονισμού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη