Μετάφραση του "ether" σε Ελληνικά

Οι αιθέρας, αιθέρες, διαιθυλαιθέρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ether" σε Ελληνικά.

ether noun masculine γραμματική

een organische verbinding met de functionele groep C-O-C

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιθέρας

    noun masculine

    Ik weet dat er ether is, en medicinale alcohol In mijn medicijnkastje.

    Ξέρω ότι υπάρχει αιθέρας, και οινόπνευμα για εντριβές, στο ντουλαπάκι για τα φάρμακα.

  • αιθέρες

    noun

    Voorts gelden er beperkingen voor andere zuurstofhoudende verbindingen zoals ethers.

    Υπάρχουν και άλλοι περιορισμοί για άλλες οξυγονούχες ενώσεις, όπως οι αιθέρες.

  • διαιθυλαιθέρας

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ether " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ether
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αιθέρες

    scheikunde

    Ethers van cycloalkanen, van cycloalkenen of van cycloterpenen, alsmede halogeen-, sulfo-, nitro- en nitrosoderivaten daarvan

    Κυκλανικοί, κυκλενικοί ή κυκλοτερπενικοί αιθέρες και τα αλογονωμένα, σουλφονωμένα, νιτρωμένα ή νιτροδωμένα παράγωγά τους

  • Αιθέρας

    klassiek element

    Ether van polyglycerol en van door reductie van oliezuur en palmitinezuur verkregen alcoholen

    Αιθέρας πολυγλυκερόλης και αλκοολών που λαμβάνονται με αναγωγή ελαϊκών και παλμιτικών οξέων

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ether" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη