Μετάφραση του "examen" σε Ελληνικά
Οι εξέταση, διαγώνισμα, εξετάσεις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "examen" σε Ελληνικά.
een onderzoek naar de kennis of vaardigheden van iemand door middel van ondervraging [..]
-
εξέταση
noun feminineOm een Deense vergunning te verkrijgen, moet een juridisch examen worden afgelegd.
Η άδεια άσκησης δικηγορίας στη Δανία προϋποθέτει εξέταση στην εθνική νομοθεσία.
-
διαγώνισμα
noun neuterHet probleen is, ik heb een examen vandaag, vanavond.
Το θέμα είναι ότι έχω ένα διαγώνισμα σήμερα το απόγευμα.
-
εξετάσεις
Dit blijkt trouwens uit het feit dat hij voor het betrokken examen slaagde .
Αυτό αποδείχτηκε, εξάλλου, από την επιτυχή συμμετοχή του στις εξετάσεις για το δίπλωμα του τεχνίτη .
-
δοκιμή
nounIk ben nog niet klaar voor het examen.
Απλά δεν νομίζω ότι είμαι έτοιμος για αυτή τη δοκιμή ακόμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " examen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "examen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συμμετοχή στις εξετάσεις
-
ανταγωνιστική εξέταση