Μετάφραση του "exclusief" σε Ελληνικά

Οι εσωτερικός, αποκλειστική χρήση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exclusief" σε Ελληνικά.

exclusief adjective adverb γραμματική

wat andere mogelijkheden uitsluit [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εσωτερικός

    adjective
  • αποκλειστική χρήση

    Dit wordt nog versterkt door het exclusieve gebruik van volle, rauwe melk.

    Η επίδραση αυτή εντείνεται ακόμα περισσότερο από την αποκλειστική χρήση του ανεπεξέργαστου πλήρους γάλακτος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exclusief " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exclusief" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exclusief" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη