Μετάφραση του "expat" σε Ελληνικά
Το εκπατρισμένος είναι η μετάφραση του "expat" σε Ελληνικά.
expat
Een persoon die buiten zijn eigen land woont.
-
εκπατρισμένος
noun masculineHij was een expat en woonde in Antwerpen met z'n dochter.
Ήταν ένας εκπατρισμένος, που ζούσε στην Αμβέρσα με την κόρη του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " expat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη