Μετάφραση του "faam" σε Ελληνικά

Οι φήμη, διάκριση, αίγλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "faam" σε Ελληνικά.

faam noun masculine γραμματική

reputatie

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φήμη

    noun feminine

    Er zijn verslagen waaruit de faam van „Cabrales” blijkt.

    Υπάρχουν αρκετές αναφορές που μαρτυρούν τη φήμη του τυριού «Cabrales».

  • διάκριση

    noun feminine
  • αίγλη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " faam " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "faam" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη