Μετάφραση του "fossiel" σε Ελληνικά
Οι απολίθωμα, Απολίθωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fossiel" σε Ελληνικά.
fossiel
adjective
noun
neuter
γραμματική
-
απολίθωμα
noun neuterMaar er werden veren gevonden, en bewaard op een fossiel, van één van Gigantoraptor's dichtste verwanten.
Αλλά βρέθηκαν διατηρημένα φτερά σ'ένα απολίθωμα ενός συγγενικού είδους του Γιγαντοράπτορα.
-
Απολίθωμα
Maar er werden veren gevonden, en bewaard op een fossiel, van één van Gigantoraptor's dichtste verwanten.
Αλλά βρέθηκαν διατηρημένα φτερά σ'ένα απολίθωμα ενός συγγενικού είδους του Γιγαντοράπτορα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fossiel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fossiel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευθύγραμμη (επίπεδη) πηγή
-
Ορυκτά καύσιμα · ορυκτά καύσιμα · ορυκτό καύσιμο
-
σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη