Μετάφραση του "fout" σε Ελληνικά
Οι σφάλμα, λάθος, αποτυχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fout" σε Ελληνικά.
fout
adjective
noun
feminine
γραμματική
Een fout, een onoplettendheid, een slippertje; meestal verontschuldigend, verwijzend naar een eigen fout. [..]
-
σφάλμα
noun neuterOp het gebied van de plaatsing van overheidsopdrachten treft de Rekenkamer regelmatig fouten aan.
Οι δημόσιες συμβάσεις αποτελούν ένα τομέα όπου το Συνέδριο εντοπίζει συχνά σφάλματα.
-
λάθος
noun neuterλάθος
Heb geen angst fouten te maken wanneer u Engels spreekt.
Μη φοβάσαι να κάνεις λάθος όταν μιλάς αγγλικά.
-
αποτυχία
noun feminineIk snap nu dat het showen van mijn genitaliën aan Phil een enorme fout was.
Μεγάλη αποτυχία που έδειξα την πραμάτεια μου στον Φιλ.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φταίξιμο
- ψευδής
- Λάθος
- λανθασμένος
- εσφαλμένος
- ανακρίβεια
- ακατάλληλος
- στραβά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fout " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fout" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ψευδές θετικό αποτέλεσμα
-
εντοπίζω σφάλματα
-
κάνω λάθος · σφάλλω
-
ανεπανόρθωτο σφάλμα
-
κάνω λάθος · σφάλλω
-
ιατρικό σφάλμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη