Μετάφραση του "frequent" σε Ελληνικά

Οι συχνός, συχνό, συχνή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frequent" σε Ελληνικά.

frequent

Vele malen, met korte tussenpozen tussen de gebeurtenissen. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συχνός

    adjective masculine

    Deze lokale corrosie leidt frequent tot een vermindering van de waterkwaliteit door de corrosieproducten van ijzer.

    Η τοπική διάβρωση συχνά οδηγεί σε υποβάθμιση της ποιότητας του νερού λόγω του σχηματισμού προϊόντων διάβρωσης του σιδήρου.

  • συχνό

    adjective neuter

    We zien dat 'beter' het meest frequente gevoel is, gevolgd door 'slecht'.

    Βλέπουμε ότι το "καλύτερα" είναι το πιο συχνό συναίσθημα και ακολουθεί το "άσχημα".

  • συχνή

    adjective feminine

    Deze lokale corrosie leidt frequent tot een vermindering van de waterkwaliteit door de corrosieproducten van ijzer.

    Η τοπική διάβρωση συχνά οδηγεί σε υποβάθμιση της ποιότητας του νερού λόγω του σχηματισμού προϊόντων διάβρωσης του σιδήρου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " frequent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "frequent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συχνή · συχνό · συχνός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "frequent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη