Μετάφραση του "functionaris" σε Ελληνικά

Οι αξιωματούχος, λειτουργός, κυβερνητικός αξιωματούχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "functionaris" σε Ελληνικά.

functionaris noun masculine γραμματική

medewerker; iemand die ergens in dienst is.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αξιωματούχος

    noun common

    Was Omars voornaamste financiële functionaris en een van zijn naaste adviseurs.

    Διετέλεσε κύριος οικονομικός αξιωματούχος του Omar και ένας από τους στενότερους συμβούλους του.

  • λειτουργός

    noun

    Zij kan ook functionarissen en ambtenaren van andere autoriteiten van de lidstaten uitnodigen.

    Ομοίως, μπορεί να καλεί υπαλλήλους και δημόσιους λειτουργούς και άλλων αρχών των κρατών μελών.

  • κυβερνητικός αξιωματούχος

    πρόσωπο που έχει δημόσια θέση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " functionaris " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "functionaris" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη