Μετάφραση του "fundering" σε Ελληνικά
Οι θεμέλιο, Θεμελιο, Θεμέλιο κατασκευής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fundering" σε Ελληνικά.
fundering
Het laagste en ondersteunende (onderdeel) van een muur. [..]
-
θεμέλιο
noun neuterAls jongeman werkte ik bij een aannemer die funderingen en vloeren voor nieuwe huizen aanlegde.
Ως νέος άνδρας εργάστηκα με έναν εργολάβο που κατασκεύαζε βάσεις θεμελίων και θεμέλια για νέες κατοικίες.
-
Θεμελιο
noun neuter -
Θεμέλιο κατασκευής
gebouwcontructie in de bodem
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fundering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη