Μετάφραση του "gaan" σε Ελληνικά
Οι πηγαίνω, πάω, πάμε είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gaan" σε Ελληνικά.
gaan
verb
γραμματική
Zich van één plaats naar een andere bewegen door benen afwisselend te bewegen, zodat op een gegeven moment minstens één voet in contact met de vloer of oppervlakte is. [..]
-
πηγαίνω
verbπηγαίνω
De meeste studenten gaan te voet naar school.
Οι περισσότεροι μαθητές πηγαίνουν με τα πόδια στο σχολείο.
-
πάω
verbzich in een bepaalde richting bewegen
Ik had geen idee waar ik heen moest gaan.
Δεν έχω ιδέα πού να πάω.
-
πάμε
interjectionHet is al tijd om naar huis te gaan.
Έχει ήδη έρθει η ώρα να πάμε σπίτι.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άντε
- περπατώ
- περπάτημα
- βάδισμα
- περπατάω-ώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gaan " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "gaan"
Φράσεις παρόμοιες με "gaan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λειτουργώ
-
αποβιβάζομαι · αποβιβάζω
-
εφεσιβάλλω · κάνω έφεση
-
συμφωνώ
-
πεθαίνω
-
αναπηδώ · εμφανίζομαι · φαίνομαι
-
πεθαίνω
-
κατεβάζω · κατεβαίνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη