Μετάφραση του "gas" σε Ελληνικά
Οι αέριο, γκάζι, ατμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gas" σε Ελληνικά.
gas
noun
verb
feminine
neuter
γραμματική
Een substantie die op een ononderbroken manier blijft uitzetten in de ruimte waarin het aanwezig is, hoe groot of klein deze ruimte ook is, bij een constant blijvende temperatuur. [..]
-
αέριο
noun neuteraggregatietoestand [..]
Deze nieuwe regels vormen een handvest voor gebruikers van gas en elektriciteit.
Αυτοί οι νέοι κανόνες αποτελούν μια χάρτα δικαιωμάτων για τους χρήστες φυσικού αερίου και ηλεκτρικού.
-
γκάζι
nounTom kookt op gas.
Ο Τομ μαγειρεύει με γκάζι.
-
ατμός
noun masculineHet begint te katalyseren wanneer het gas in contact komt met de bloedstroom.
Αρχίζει την κατάλυση όταν o ατμός περάσει μέσα στo αίμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gas " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "gas" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξέταση (ανάλυση) απαερίων (καυσαερίων)
-
Ιδανικό αέριο
-
επεξεργασία αερίων
-
σύστημα για την ανάκτηση ατμών
-
υγροποίηση αερίου
-
επισκέπτης · πελάτης · προσκεκλημένος · συνάδελφος · συνέταιρος · συνεργάτης · φιλοξενούμενος
-
θαλάσσια εξόρυξη
-
βιολογικός καθαρισμός αέριων αποβλήτων (απαερίων)
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη