Μετάφραση του "gedogen" σε Ελληνικά

Οι επιτρέπω, ενθαρρύνω, υποστηρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gedogen" σε Ελληνικά.

gedogen verb γραμματική

Door de vingers kijken, vergeven, of negeren van een overtreding zonder protest of berisping. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτρέπω

    verb

    Niet-vernietiging van het stempel wordt alleen gedoogd wanneer de eindverpakking wordt vernietigd doordat ze wordt geopend.

    Η μη καταστροφή του σήματος θα επιτρέπεται μόνο όταν η συσκευασία καταστρέφεται κατά το άνοιγμά της.

  • ενθαρρύνω

    verb
  • υποστηρίζω

    verb

    299 Verzoekster betoogt dat het gestelde gedogen van de niet-betaling van aan „AIA” verschuldigde luchthavenbelasting niet aan de staat kan worden toegerekend.

    299 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προβαλλόμενη ανοχή της μη καταβολής αερολιμενικών τελών στο ΔΑΑ δεν μπορεί να καταλογιστεί στο Δημόσιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gedogen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gedogen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη