Μετάφραση του "gedurig" σε Ελληνικά

Οι αδιάκοπος, αιώνιος, ακατάπαυστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gedurig" σε Ελληνικά.

gedurig

Zonder onderbreking, ophouden of interruptie.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιάκοπος

    adjective masculine
  • αιώνιος

    adjective masculine
  • ακατάπαυστος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gedurig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gedurig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη