Μετάφραση του "geeuw" σε Ελληνικά
Οι χασμουρητό, χασμουριέμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geeuw" σε Ελληνικά.
geeuw
noun
verb
masculine
γραμματική
het zich uitrekken, meestal met open mond, bij slaperigheid, ontspanning of verveling
-
χασμουρητό
noun neuterDe geeuw die uitdraait in een arm om je schouder.
Όπως και η παλιά ταινία, θέατρο χασμουρητό μετατρέπεται σε ένα βραχίονα γύρω σας.
-
χασμουριέμαι
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " geeuw " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "geeuw" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χασμουριέμαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη