Μετάφραση του "gehandicapt" σε Ελληνικά
Το ανάπηρος είναι η μετάφραση του "gehandicapt" σε Ελληνικά.
gehandicapt
adjective
γραμματική
met een lichamelijke afwijking
-
ανάπηρος
nounmet een lichamelijke afwijking
Hij is gehandicapt, en hij kon niet komen.
Είναι ανάπηρος, και απλά δεν μπόρεσε να έρθει.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gehandicapt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "gehandicapt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άτομο με ειδικές ανάγκες · ανάπηρος
-
εργαζόμενος με ειδικές ανάγκες
-
άτομο με διανοητική μειονεξία
-
άτομο με σωματική μειονεξία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη