Μετάφραση του "geil" σε Ελληνικά
Οι καυλωμένος, ασελγής, καυλωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geil" σε Ελληνικά.
geil
adjective
γραμματική
Seksueel aantrekkelijk. [..]
-
καυλωμένος
adjectiveDat is grappig, want ik voel me nu niet echt geil.
Αυτό είναι αστείο γιατί δεν νιώθω και πολύ καυλωμένος αυτή τη στιγμή.
-
ασελγής
adjective -
καυλωτικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " geil " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη