Μετάφραση του "gek" σε Ελληνικά

Οι τρελός, ανόητος, αποκλίνων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gek" σε Ελληνικά.

gek adjective noun masculine γραμματική

een persoon die (tijdelijk) iets raars doet [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρελός

    adjective masculine

    Dus het lijkt alsof hij gek, dom of suïcidaal is.

    Τον κάνει να φαίνεται χαζός, τρελός ή με τάσεις αυτοκτονίας.

  • ανόητος

    noun masculine

    Maar zet je jezelf voor gek op je eigen terrein dan heb je geen excuus.

    Αλλ'όταν γίνεται ανόητος μέσα στα νερά του δεν υπάρχει έλεος γι'αυτόν.

  • αποκλίνων

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παλαβός
    • παράξενος
    • μανιακός
    • φρενοβλαβής
    • αστείος
    • παράφρονας
    • σαχλός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη