Μετάφραση του "geleidelijk" σε Ελληνικά

Οι σταδιακός, βαθμιαίος, σταδιακά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geleidelijk" σε Ελληνικά.

geleidelijk adjective γραμματική

in geordende, kalme opeenvolging van het een op het ander overgaand [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σταδιακός

    adjective masculine

    Dit geleidelijke karakter schuilt bovendien in de overgangs‐ en afwijkingsbepalingen van artikel 24 van de richtlijn.

    Ο σταδιακός αυτός χαρακτήρας έγκειται, επίσης, στις μεταβατικές και προβλέπουσες παρεκκλίσεις διατάξεις του άρθρου 24 της οδηγίας.

  • βαθμιαίος

    adjective
  • σταδιακά

    De banksector is nog aan het herstellen, waarbij de fondsen geleidelijk terug binnenvloeien.

    Ο τραπεζικός τομέας είναι ακόμα υπό ανάκαμψη, και οι καταθέσεις επιστρέφουν σταδιακά στο σύστημα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βαθμιαία
    • κλιμακωτός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " geleidelijk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "geleidelijk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη