Μετάφραση του "gemeenschap" σε Ελληνικά
Οι κοινωνία, συνουσία, κοινότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gemeenschap" σε Ελληνικά.
Groep mensen min of meer omvangrijk en ingewikkeld samengevoegd voor een gezamenlijk belang an getypeerd door onderscheiden hiërarchische verhoudingen. [..]
-
κοινωνία
noun feminineGroep mensen min of meer omvangrijk en ingewikkeld samengevoegd voor een gezamenlijk belang an getypeerd door onderscheiden hiërarchische verhoudingen.
En als je wilt passen in een gemeenschap, moet je je gedragen op een manier die geaccepteerd wordt.
Και, εάν θέλης να ταιριάξης με την κοινωνία, θα πρέπει να συμπεριφέρεσαι με αποδεκτό τρόπο.
-
συνουσία
noun feminineDeze man is vermoord toen hij gemeenschap had.
Ο νεαρός μας σκοτώθηκε κατά την διάρκεια συνουσίας.
-
κοινότητα
noun feminineVolgens het dossier woont hij al sinds de jaren 80 in die gemeenschap, en helpt hij nieuwe agenten zich aanpassen aan het land.
Σύμφωνα με τα αρχεία, αυτός ζούσε σε εκείνη τη περιφραγμένη κοινότητα από η δεκαετία του'80, και βοηθούσε νέους πράκτορες να αφομοιωθούν στη χώρα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ένωση
- έθνος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gemeenschap " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "gemeenschap" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νεοπαγής κοινότητα
-
Κοινότητα του Σαχέλ και των Χωρών της Σαχάρας
-
Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας
-
Αχμαντίγια
-
Ευρωπαϊκή Ένωση · Ευρωπαϊκή Κοινότητα
-
Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα
-
οικολογική κοινότητα
-
γερουσιαστής της κοινότητας