Μετάφραση του "gender" σε Ελληνικά

Οι φύλο, γένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gender" σε Ελληνικά.

gender noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φύλο

    noun

    εύρος από φυσικά, πνευματικά, και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά που διακρίνουν μεταξύ της αρσενικότητας και θηλυκότητας

    Dit is bijvoorbeeld al het geval geweest doordat een te simplistische visie van gender werd gehanteerd.

    Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, με τις απλοϊκές απόψεις όσον αφορά την προσέγγιση ως προς το φύλο.

  • γένος

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gender " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gender" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη