Μετάφραση του "genoot" σε Ελληνικά

Το σύντροφος είναι η μετάφραση του "genoot" σε Ελληνικά.

genoot noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύντροφος

    noun masculine

    dat echtgenotes en levenspartners van landbouwers sociale bescherming genieten;

    θα παρέχεται κοινωνική προστασία στις συζύγους και στις συντρόφους των γεωργών·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " genoot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "genoot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απολαμβάνω · δέχομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "genoot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη