Μετάφραση του "gerief" σε Ελληνικά

Οι ναρκωτικό, πρέζα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gerief" σε Ελληνικά.

gerief

Genoegen, gevoel van welzijn, die meer is dan de eenvoudige bevrediging van de elementaire behoeften.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ναρκωτικό

    noun neuter
  • πρέζα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gerief " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gerief" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη