Μετάφραση του "geschil" σε Ελληνικά

Οι σύγκρουση, προστριβές, διαμάχη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geschil" σε Ελληνικά.

geschil noun neuter γραμματική

Een controversieel dispuut. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύγκρουση

    noun feminine

    Het Bureau heeft tevens een rechtsprekende functie en treedt als arbiter op in eventuele geschillen betreffende merken.

    Εξάλλου, το Γραφείο ασκεί δικαιοδοτικές αρμοδιότητες για διαιτησία ενδεχόμενων συγκρούσεων σχετικά με τα σήματα.

  • προστριβές

    f-p

    Hoe zit het met eventuele geschillen die hij zou kunnen hebben?

    Είχε με άλλους προστριβές;

  • διαμάχη

    noun feminine

    We zitten midden in een geschil over onze vergunningen.

    Είμαστε με μια διαμάχη για τις άδειες με την πόλη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύρραξη
    • διαφωνία
    • διαπάλη
    • αλληλοσπαραγμός
    • καυγάς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " geschil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "geschil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "geschil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη