Μετάφραση του "geven" σε Ελληνικά

Οι δίνω, παραδίδω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geven" σε Ελληνικά.

geven verb γραμματική

overdragen van het bezit van iets aan iemand anders [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίνω

    verb

    overdragen van het bezit van iets aan iemand anders [..]

    Hij gaf ons niet alleen kleding, maar ook wat geld.

    Δε μας έδωσε μόνο ρούχα αλλά και λίγα χρήματα.

  • παραδίδω

    verb

    Na voltooiing van de aanvoer, geven de bevoegde havenautoriteiten de kapitein een aanvoercertificaat.

    Μετά το πέρας των εργασιών εκφόρτωσης, οι αρμόδιες λιμενικές αρχές παραδίδουν στον πλοίαρχο πιστοποιητικό εκφόρτωσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " geven " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "geven" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "geven" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη