Μετάφραση του "gewervelde" σε Ελληνικά
Το σπονδυλωτό είναι η μετάφραση του "gewervelde" σε Ελληνικά.
gewervelde
noun
adjective
masculine
γραμματική
-
σπονδυλωτό
adjective neutermet de meeste eitjes voor een gewervelde soort op aarde.
επειδή έχουν το μεγαλύτερο αριθμό αβγών από κάθε σπονδυλωτό στον πλανήτη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gewervelde " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "gewervelde" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σπονδυλωτά
-
σπονδυλωτά
-
σπονδυλι κός · σπονδυλικός · σπονδυλωτός
-
σπονδυλωτό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη