Μετάφραση του "gewezen" σε Ελληνικά

Το πρώην είναι η μετάφραση του "gewezen" σε Ελληνικά.

gewezen adjective particle γραμματική

vroegere [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρώην

    adverb masculine

    Pensioenen van gewezen leden en overlevende personen ten laste

    Συντάξεις πρώην μελών της Επιτροπής και επιζώντων συντηρούμενων προσώπων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gewezen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gewezen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • oρφαvό · έσο · ορφανό · ορφανός · πεντάρφανος
  • Διάθεση · έγκλιση · ήχος · βαθυστόχαστος · εμβριθής · κλίμακα · περισπούδαστος · σοφός · συνετός · φρόνιμος
  • υποτακτική
  • άνθρωπος · ανθρώπινο ον
  • οριστική
  • Τα Πρωτόκολλα των Πρεσβύτερων της Σιών
  • δείχνω
  • μυθικό πλάσμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gewezen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη