Μετάφραση του "gewillig" σε Ελληνικά

Οι πρόθυμα, οικειοθελώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gewillig" σε Ελληνικά.

gewillig

Met het doel te bevallen. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόθυμα

    adverb

    Als in dit wereldje gemakkelijk geld geboden wordt, zijn mensen veel te gewillig.

    Σε αυτήν την δουλειά, αν σου προσφέρουν εύκολο χρήμα, οι άνθρωποι είναι πολύ πρόθυμοι.

  • οικειοθελώς

    adverb

    Ik heb haar gewillig uitgenodigd om te leven in mijn huis.

    Την προσκάλεσα να μείνει στο σπίτι μου οικειοθελώς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gewillig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gewillig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη