Μετάφραση του "gewricht" σε Ελληνικά
Οι άρθρωση, κλείδωση, Άρθρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gewricht" σε Ελληνικά.
gewricht
noun
neuter
γραμματική
-
άρθρωση
noun feminineOm reproduceerbare resultaten te verkrijgen, is het noodzakelijk de wrijving van elk gewricht te specificeren en te controleren.
Για να επιτυγχάνονται αναπαραγώγιμα αποτελέσματα, είναι αναγκαίο να ορίζονται και να ελέγχονται οι τριβές σε κάθε άρθρωση.
-
κλείδωση
noun feminineEn toen ze het nieuwe titanium gewricht lieten zien, stond er een serienummer op.
Και μόλις μας έδειξαν την κλείδωση τιτανίου... είχε σειριακό αριθμό πάνω.
-
Άρθρωση
Een gewricht is een beweegbare verbinding van twee beenderen.
Άρθρωση είναι το σημείο σύνδεσης δύο οστών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gewricht " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "gewricht"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη