Μετάφραση του "gift" σε Ελληνικά

Οι δώρο, δωρεά, χάρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gift" σε Ελληνικά.

gift noun feminine γραμματική

geld of een voorwerp dat gegeven wordt en waarvoor men niets terug verlangt [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δώρο

    noun neuter

    Mijn gift aan u, met grote dankbaarheid en affectie.

    Το δώρο μου για σένα, με μεγάλη ευγνωμοσύνη και αγάπη.

  • δωρεά

    noun feminine

    Een vrijwillige gift of contributie voor een specifiek doel.

    Hij beslist over de aanvaarding van legaten, giften en subsidies die niet van de Gemeenschap afkomstig zijn.

    Αποφασίζει επί της αποδοχής οποιουδήποτε κληροδοτήματος, δωρεάς και επιχορηγήσεως που προέρχονται από άλλες πηγές της Κοινότητος.

  • χάρισμα

    noun neuter

    We vragen niet om de giften die we ontvangen, Dylan.

    Δε ζητήσαμε τα χαρίσματα που μας δόθηκαν, Ντίλαν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δηλητήριο
    • δωρεάν παροχή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gift " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gift" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη