Μετάφραση του "glijmiddel" σε Ελληνικά

Οι λιπαντικό, Λιπαντικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "glijmiddel" σε Ελληνικά.

glijmiddel noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιπαντικό

    noun neuter

    Het enige wat jij pakt deze zomer is jouw hand met wat glijmiddel.

    Το μόνο πράγμα που θα ρίξεις αυτό το καλοκαίρι είναι το χέρι σου και λιπαντικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " glijmiddel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Glijmiddel
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λιπαντικά

    Ένα λιπαντικό είναι μια ουσία που εισάγεται για να μειώσει την τριβή μεταξύ επιφανειών σε αμοιβαία επαφή, που τελικά μειώνει τη θερμότητα που παράγεται κατά την κίνηση των επιφανειών.

    Ik vond ook glijmiddel en vaginale afscheiding, maar geen vreemd DNA.

    Βρήκα επίσης λιπαντικά και κολπικά υγρά, αλλά όχι σπέρμα ή ξένο DNA.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "glijmiddel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη