Μετάφραση του "gloed" σε Ελληνικά

Οι λάμψη, εφέ λάμψης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gloed" σε Ελληνικά.

gloed noun masculine γραμματική

Een vurig enthousiastisch gevoel, gewoonlijk in het voordeel van een persoon of een zaak.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λάμψη

    noun

    De satelliet ving tien minuten geleden de gloed van de staf boven Metropolis op.

    Οι δορυφόροι έπιασαν την λάμψη εκείνου του ραβδιού πάνω από τον ουρανό της Μετρόπολης πριν κάνα δεκάλεπτο.

  • εφέ λάμψης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gloed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gloed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη