Μετάφραση του "gnosticisme" σε Ελληνικά
Οι γνωστικισμός, Γνωστικισμός, Γνωστικισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gnosticisme" σε Ελληνικά.
-
γνωστικισμός
noun masculineHet gnosticisme, een wijdverbreide religieuze en filosofische beweging die het geloof van sommige christenen aantastte, won terrein.
Ο Γνωστικισμός, ένα ευρύτατα διαδεδομένο θρησκευτικό και φιλοσοφικό κίνημα το οποίο μόλυνε την πίστη μερικών πιστών, άκμαζε.
-
Γνωστικισμός
Het gnosticisme, een wijdverbreide religieuze en filosofische beweging die het geloof van sommige christenen aantastte, won terrein.
Ο Γνωστικισμός, ένα ευρύτατα διαδεδομένο θρησκευτικό και φιλοσοφικό κίνημα το οποίο μόλυνε την πίστη μερικών πιστών, άκμαζε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gnosticisme " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Γνωστικισμός
Het gnosticisme, een wijdverbreide religieuze en filosofische beweging die het geloof van sommige christenen aantastte, won terrein.
Ο Γνωστικισμός, ένα ευρύτατα διαδεδομένο θρησκευτικό και φιλοσοφικό κίνημα το οποίο μόλυνε την πίστη μερικών πιστών, άκμαζε.