Μετάφραση του "goed" σε Ελληνικά
Οι καλός, αγαθός, καλά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "goed" σε Ελληνικά.
goed
adjective
noun
verb
adverb
neuter
γραμματική
Het voedzame, gezond deel van iets. [..]
-
καλός
noun masculinekwaliteit bezittend
Een wandeling door de frisse lucht zal je goed doen.
Mια βόλτα στον καθαρό αέρα θα σου κάνει καλό.
-
αγαθός
adjectiveHij is rechtvaardig en goed en hij zal zijn aanbidders beslist helpen als ze volharden in gebed.
Εκείνος είναι δίκαιος και αγαθός και θα απαντήσει στους υπηρέτες του αν αυτοί δεν παύουν να προσεύχονται.
-
καλά
adverbop goede wijze
Een wandeling door de frisse lucht zal je goed doen.
Mια βόλτα στον καθαρό αέρα θα σου κάνει καλό.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καλό
- ιδιοκτησία
- εντάξει
- Αγαθό
- αγαθό
- κτήμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " goed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "goed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εύγε · καλοψημένος
-
καλύτερα από ποτέ
-
Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού
-
Μεγάλη Παρασκευή
-
Μεγάλη Εβδομάδα
-
πράγματα
-
σχεδόν
-
Αναφορά χρήσης βέλτιστης αντιστοίχισης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη