Μετάφραση του "gom" σε Ελληνικά
Οι γομολάστιχα, γόμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gom" σε Ελληνικά.
gom
noun
verb
common
γραμματική
een gum
-
γομολάστιχα
noun feminine -
γόμα
noun feminineWe vonden jouw epitheelcellen in de deeltjes van de gom.
Βρήκαμε τα δικά σου επιθήλια κύτταρα στα σωματίδια από τη γόμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "gom"
Φράσεις παρόμοιες με "gom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αραβικό κόμμι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη