Μετάφραση του "graven" σε Ελληνικά

Το σκάβω είναι η μετάφραση του "graven" σε Ελληνικά.

graven verb noun γραμματική

Een kuil of tunnel enz. maken door materiaal te verplaatsen. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκάβω

    verb

    De enige reden waarom ik in deze put zit is omdat ik niet kan stoppen met graven.

    O μόνoς λόγoς πoυ βρίσκoμαι εδώ είναι επειδή δεν έπαψα να σκάβω πιο βαθιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " graven " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "graven" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "graven" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη