Μετάφραση του "grazen" σε Ελληνικά

Το βόσκω είναι η μετάφραση του "grazen" σε Ελληνικά.

grazen verb γραμματική

het eten van gras en andere bodemvegetatie zoals bijvoorbeeld runderen dit doen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βόσκω

    verb

    Het is nu eenmaal onmogelijk om de dieren eventjes te laten grazen halverwege het Kanaal.

    Δεν υπάρχει δυνατότητα να βγάλουμε το ζώο για να βοσκήσει καταμεσίς της Μάγχης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grazen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grazen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη