Μετάφραση του "grensarbeider" σε Ελληνικά
Το μεθοριακός εργαζόμενος είναι η μετάφραση του "grensarbeider" σε Ελληνικά.
grensarbeider
-
μεθοριακός εργαζόμενος
— „grensarbeider”: ieder die zich voor zijn gewone werkzaamheden op zijn werkdagen naar de andere zijde van de grens dient te begeven.
— μεθοριακός εργαζόμενος, κάθε άτομο που η συνηθισμένη του δραστηριότητα το υποχρεώνει να διέρχεται τα σύνορα κατά τις ημέρες της εργασίας του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grensarbeider " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη