Μετάφραση του "gril" σε Ελληνικά

Οι ιδιοτροπία, φαντασιοπληξία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gril" σε Ελληνικά.

gril noun masculine γραμματική

Een plotse, onvoorspelbare wending van iemand zijn mening.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοτροπία

    noun feminine

    Misschien inspireerde die gril van het licht de eerste kunstenaar.

    Ίσως αυτή η ιδιοτροπία του φωτός να ενέπνευσε τον πρώτο καλλιτέχνη.

  • φαντασιοπληξία

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gril " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gril" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καβουρδίζω · ψήνω · ψήνω στα κάρβουνα · ψησταριά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gril" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη