Μετάφραση του "grondlegger" σε Ελληνικά
Οι ιδρυτής, γεννήτορας, θεμελιωτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grondlegger" σε Ελληνικά.
Een persoon die heeft gesticht of waarvan wordt afgestamd, als in "de stichter van een land"
-
ιδρυτής
noun masculineDe grondlegger van Bluebell is in mijn slaapkamer?
Ο ιδρυτής του Μπλούμπελ στην κρεβατοκάμαρα μου.
-
γεννήτορας
noun masculine -
θεμελιωτής
masculineGeen wonder dat Galilei soms als de grondlegger van de moderne experimentele methode wordt gezien!
Δικαιολογημένα ο Γαλιλαίος θεωρείται μερικές φορές ο θεμελιωτής της σύγχρονης πειραματικής μεθόδου!
-
πατέρας
noun masculineΑυτός που έριξε τα θεμέλια ή ξεκίνησε να κάνει κάτι, όπως στο ''ο πατέρας του έθνους μας''.
Ik vraag me af wat onze grondleggers ervan zouden vinden.
Αναρωτιέμαι, Άαρον, τι θα έλεγαν οι ιδρυτές πατέρες για αυτό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grondlegger " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate