Μετάφραση του "grondstof" σε Ελληνικά

Οι υλικό, πρώτη ύλη, μέσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grondstof" σε Ελληνικά.

grondstof

Een materiaal die nog niet geheel of gedeeltelijk verwerkt is en als materiaal gebruikt wordt verwerkt in een proces

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • υλικό

    noun neuter

    Hout heeft zich ontwikkeld tot een wezenlijk element als bouwmateriaal, grondstof, maar ook als energiedrager.

    Tο ξύλο είναι βασικό δομικό και εργαστηριακό υλικό, αλλά και φορέας ενέργειας.

  • πρώτη ύλη

    noun feminine

    Een materiaal die nog niet geheel of gedeeltelijk verwerkt is en als materiaal gebruikt wordt verwerkt in een proces

    Bij vermelding van de gebruikte grondstof moet de alcohol uitsluitend uit deze grondstof zijn verkregen;

    Όταν αναφέρεται η πρώτη ύλη που χρησιμοποιήθηκε, η αλκοόλη πρέπει να προέρχεται αποκλειστικά από αυτή την πρώτη ύλη·

  • μέσα

    adjective adverb

    Deze waarschuwingen kunnen betrekking hebben op grondstoffen, vervoermiddelen, ondernemingen en personen.

    Οι προειδοποιήσεις αυτές μπορούν να συνδέονται με εμπορεύματα, μέσα μεταφοράς, επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πρώτες ύλες
    • πόροι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grondstof " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "grondstof" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grondstof" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη