Μετάφραση του "grondwet" σε Ελληνικά

Οι σύνταγμα, Σύνταγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grondwet" σε Ελληνικά.

grondwet noun feminine γραμματική

wet die de principes van een staat definieert [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνταγμα

    noun neuter

    wet die de principes van een staat definieert [..]

    Naar de inhoud gaat het om een grondwet, maar naar de vorm is het een gewone internationale overeenkomst.

    Από άποψη περιεχομένου πρόκειται για ένα σύνταγμα, αλλά από άποψη μορφής πρόκειται για μια κοινή διεθνή συμφωνία.

  • Σύνταγμα

    noun

    θεμελιώδης νόμος επάνω στον οποίο βασίζεται η διαμόρφωση ολόκληρης της νομοθεσίας μιας χώρας

    In de haalbaarheidsstudie werd bevestigd dat de grondwet de vrijheid van meningsuiting waarborgt.

    Η μελέτη σκοπιμότητας επιβεβαίωσε ότι η ελευθερία έκφρασης κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grondwet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "grondwet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grondwet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη