Μετάφραση του "groothandel" σε Ελληνικά
Οι χονδρική, χονδρική πώληση, Χονδρική πώληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "groothandel" σε Ελληνικά.
-
χονδρική
nounStroomopwekking en de groothandel in elektriciteit — nationale geografische markt.
Παραγωγή και χονδρική πώληση ηλεκτρικής ενέργειας —εθνική γεωγραφική αγορά.
-
χονδρική πώληση
Stroomopwekking en de groothandel in elektriciteit — nationale geografische markt.
Παραγωγή και χονδρική πώληση ηλεκτρικής ενέργειας —εθνική γεωγραφική αγορά.
-
Χονδρική πώληση
Stroomopwekking en de groothandel in elektriciteit — nationale geografische markt.
Παραγωγή και χονδρική πώληση ηλεκτρικής ενέργειας —εθνική γεωγραφική αγορά.
-
χονδρικό εμπόριο
26 Landewijck heeft in Luxemburg een groothandel in tabaksfabrikaten, waarvoor zij over een vergunning voor een accijnsgoederenplaats beschikt.
26 Η Landewijck εκμεταλλεύεται στο Λουξεμβούργο χονδρικό εμπόριο επεξεργασμένων καπνών, για το οποίο διαθέτει άδεια εγκεκριμένου αποταμιευτή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " groothandel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate