Μετάφραση του "grootmoeder" σε Ελληνικά

Οι γιαγιά, μάμμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grootmoeder" σε Ελληνικά.

grootmoeder noun feminine γραμματική

een moeder van een ouder [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γιαγιά

    noun feminine

    een moeder van een ouder [..]

    Zijn enige oproepen waren zijn grootmoeder en een pizzeria.

    Τηλεφώνησε μόνο στη γιαγιά του και σε μια πιτσαρία.

  • μάμμη

    noun feminine

    een moeder van een ouder [..]

    Bijgevolg moet worden stilgestaan bij de vraag of de activiteit van een „kleindochtermaatschappij” voor haar „grootmoeder” in beginsel aan het tweede Teckal-criterium kan voldoen.

    Ερευνητέο, επομένως, αν η δραστηριότητα επίσης μιας «εγγονής εταιρίας» μπορεί καταρχήν να πληροί έναντι της «μάμμης» της το δεύτερο κριτήριο Teckal.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grootmoeder " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grootmoeder" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη