Μετάφραση του "grossier" σε Ελληνικά

Το χονδρέμπορος είναι η μετάφραση του "grossier" σε Ελληνικά.

grossier

Iemand die goederen verhandelt of verkoopt, vooral een grossier. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χονδρέμπορος

    noun

    a ) enkel de geldelijke tegenprestatie die de grossier voor het lokartikel ontvangt, of

    α) μόνο η χρηματική αντιπαροχή που λαμβάνει ο χονδρέμπορος για το κίνητρο ή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grossier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grossier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη