Μετάφραση του "handelen" σε Ελληνικά

Οι ενεργώ, δρω, πράττω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "handelen" σε Ελληνικά.

handelen verb γραμματική

Goederen uitwisselen. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενεργώ

    verb

    Dergelijke fondsen kunnen worden beheerd door partijen die onafhankelijk handelen voor het beheer van fondsbeleggingen.

    Τέτοιοι φορείς μπορεί να διοικούνται από πρόσωπα, που ενεργούν ανεξάρτητα για τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του φορέα.

  • δρω

    verb

    Niemand zal Samaritan ooit ondervragen, omdat niemand weet wanneer het handelde.

    Κανείς δεν πρόκειται να αμφισβητήσει τον Σαμαρείτη γιατί κανείς δεν θα ξέρει ποτέ πότε έδρασε.

  • πράττω

    verb

    Indien dergelijke gedelegeerde handelingen worden vastgesteld, handelt de Commissie in overeenstemming met de bepalingen van deze richtlijn.

    Όταν εκδίδει πράξεις κατ εξουσιοδότηση, η Επιτροπή τηρεί τις οικείες διατάξεις της συνθήκης.

  • ανθρώπινη ενέργεια

    menselijke activiteit met een bedoeling

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " handelen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Handelen
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοινωνική δράση

Φράσεις παρόμοιες με "handelen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "handelen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη