Μετάφραση του "hangende" σε Ελληνικά

Οι κρεμαστός, αναρτημένος, κρεμάμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hangende" σε Ελληνικά.

hangende

Een tijdelijke stopzetting of schorsing van een lopende activiteit.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρεμαστός

    adjective masculine

    Tot de grootste vleesetende planten behoren de hangende bekerplanten.

    Ανάμεσα στα μεγαλύτερα σαρκοφάγα φυτά είναι και τα κρεμαστά νηπενθή.

  • αναρτημένος

    masculine
  • κρεμάμενος

    masculine

    Zou je die rekening hangende kunnen houden,

    Μπορείς να κρεμάσεις τον λογαριασμό του;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hangende " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hangende" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hangende" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη