Μετάφραση του "hap" σε Ελληνικά
Οι μπουκιά, δάγκωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hap" σε Ελληνικά.
hap
noun
verb
masculine
γραμματική
Het bijten. [..]
-
μπουκιά
noun feminineIk neem een hap en je kijkt me zo aan.
Τρώω μια μπουκιά απ'το σάντουιτς και με κοιτάς περίεργα.
-
δάγκωμα
noun neuterHet bijten.
We zullen elke hap voedsel nodig hebben die zij nemen.
Πρόκειται να χρειαστούμε κάθε δάγκωμα των τροφίμων they take.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hap " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "hap" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
«βρώμικο» · σουβλάκι · ταχυφαγείο
-
δαγκώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη