Μετάφραση του "hardlopen" σε Ελληνικά
Οι τρέξιμο, τρέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hardlopen" σε Ελληνικά.
hardlopen
verb
γραμματική
Snel bewegen door afwisselend met beide voeten een sprong te maken.
-
τρέξιμο
nounδραστηριότητα ή άθλημα όπου κάποιος μετακινείται με τα πόδια να αφήνουν το έδαφος
Misschien had ik moeten hardlopen, dansen, yoga doen.
Ίσως θα έπρεπε να πηγαίνω για τρέξιμο, για χορό, να έχω ξεκινήσει γιόγκα.
-
τρέχω
verbΜετακινούμαι γρήγορα εναλλάσσοντας γρήγορα πηδήματα με το ένα και το άλλο πόδι.
Ik ben zo blij dat ik voor altijd wel zou kunnen hardlopen.
Είμαι τόσο χαρούμενη, νιώθω ότι μπορώ να τρέχω για πάντα!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hardlopen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη